σπορόζωο

το, Ν
ζωολ. συν. στον πληθ. τα σπορόζωα
υποσυνομοταξία ή, κατ' άλλους, υπερομοταξία παρασιτικών πρωτοζώων τα οποία παράγουν κατά κανόνα σπόρια και ζουν στο εσωτερικό τών κυττάρων σχεδόν κάθε είδους ζώου, διακρίνονται δε σε τέσσερεις ομοταξίες, τα γρεγαρινόμορφα, τα κοκκιδιόμορφα, τα σαρκοσπορίδια και τα κνιδοσπορίδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. sporozoa (< σπόρος + ζώο)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δίπτερα — (diptera). Τάξη εντόμων, που περιλαμβάνει περίπου 100.000 είδη, διαδεδομένα σε ολόκληρη τη Γη. Τα δ. έχουν, στο μεγαλύτερο ποσοστό, μέτριο μέγεθος και γενικά διαθέτουν ένα ζεύγος μεμβρανωδών πτερύγων. Το πίσω ζεύγος έχει μεταπλαστεί σε αισθητήρια …   Dictionary of Greek

  • μεταξοσκώληκας — Κοινή ονομασία της προνύμφης του λεπιδόπτερου εντόμου Bombyx ή Sericaria mori, της οικογένειας των βομβυκιδών, η οποία παράγει το μετάξι. Ο μ. έχει επίμηκες σώμα και τρέφεται αποκλειστικά με φυτά μουριάς. Η προνύμφη αυτή υφίσταται τέσσερις… …   Dictionary of Greek

  • σποροζωίδιο — το, Ν [σπορόζωο] βιολ. μικρό εμπύρηνο κύτταρο που προκύπτει από τα σπόρια τών σποροζώων και δίνει γένεση στο ώριμο άτομο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.